ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ FIAT ΚΑΙ STARBUCKS ΓΙΑ ΤA TAX RULINGS ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΠΕΡΙ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ
812
post-template-default,single,single-post,postid-812,single-format-standard,stockholm-core-1.1,select-child-theme-ver-1.0.0,select-theme-ver-5.1.8,ajax_updown_fade,page_not_loaded, vertical_menu_transparency vertical_menu_transparency_on,side_area_uncovered,wpb-js-composer js-comp-ver-6.0.5,vc_responsive

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ FIAT ΚΑΙ STARBUCKS ΓΙΑ ΤA TAX RULINGS ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΠΕΡΙ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ FIAT ΚΑΙ STARBUCKS ΓΙΑ ΤA TAX RULINGS ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΠΕΡΙ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

Το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε στις 24 Σεπτεμβρίου 2019 την απόφαση της Επιτροπής του 2015, με την οποία διαπιστώνεται ότι το Λουξεμβούργο χορήγησε επιλεκτικά φορολογικά πλεονεκτήματα στη Fiat. Από την άλλη πλευρά, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής του 2015, στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι φορολογικές αποφάσεις τύπου tax rulings που εξέδωσε η Ολλανδία για την Starbucks δεν ήταν σύμφωνες με τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.
T-755/15 Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής και T-759/15 Fiat Chrysler Finance Europe κατά Επιτροπής.
Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης που χορηγήθηκε από το Λουξεμβούργο στη Fiat Chrysler Finance Europe.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2012, οι φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου εξέδωσαν φορολογική απόφαση υπέρ της Fiat Chrysler Finance Europe («FFT»), μιας επιχείρησης του ομίλου Fiat που διέθεσε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στις εταιρείες του ομίλου που είναι εγκατεστημένες στην Ευρώπη.

Η επίδικη φορολογική ρύθμιση επικύρωσε μια μέθοδο για τον προσδιορισμό της αμοιβής της FFT για τις υπηρεσίες αυτές, η οποία επέτρεψε στην FFT να καθορίσει το φορολογητέο ετήσιο εισόδημά της στο ΜεγάλοΔουκάτο τουΛουξεμβούργου. Το 2015 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ως άνω φορολογική απόφαση συνιστούσε κρατική ενίσχυση βάσει του άρθρου 107 ΣΛΕΕ και, ειδικότερα, λειτουργική ενίσχυση ασύμβατη με την εσωτερική αγορά [Decision (EU) 2016/2326 of 21 October 2015 on State aid SA.38375 (2014/C ex 2014/NN) which Luxembourg granted to Fiat (OJ L 351, 22.12.2016, p. 1]. Σημείωσε επίσης ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν είχε κοινοποιήσει την προτεινόμενη φορολογική απόφαση και δεν είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωση αναστολής εφαρμογής (“standstill obligation”). Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου είχε υποχρέωση να ανακτήσει την παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση από την FFT.
Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η FFT άσκησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακύρωσης της απόφασης της Επιτροπής. Επικρίνουν την Επιτροπή ειδικότερα όσον αφορά: (1) το γεγονός ότι υιοθέτησε μια ανάλυση που οδηγεί σε συγκεκαλυμμένη φορολογική εναρμόνιση (2) το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση απένειμε ένα φορολογικό πλεονέκτημα, το οποίο δεν ήταν σύμφωνο με την αρχή των ίσων αποστάσεων, κατά παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, καθώς και την υποχρέωση αιτιολόγησης και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (3) το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι αυτό το πλεονέκτημα ήταν επιλεκτικό, σε αντίθεση με το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ (4) το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι το επίμαχο μέτρο περιόριζε τον ανταγωνισμό και στρέβλωνε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, σε αντίθεση με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ και την υποχρέωση αιτιολογίας και (5) το γεγονός ότι παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και τα δικαιώματα άμυνας, διατάσσοντας την ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων.

Με την από 24 Σεπτεμβρίου 2019 απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τις προσφυγές και επιβεβαιώνει την ισχύ της απόφασης της Επιτροπής. Πρώτον, όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως σχετικά με την συγκεκαλυμένη φορολογική εναρμόνιση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι κατά την εξέταση του αν η επίμαχη φορολογική ρύθμιση ήταν σύμφωνη με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία «φορολογική εναρμόνιση», αλλά άσκησε την εξουσία που της απονέμει το δίκαιο της ΕΕ, ελέγχοντας κατά πόσον η φορολογική απόφαση παρέχει στον δικαιούχο της ένα φορολογικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με την «κανονική» φορολογία, όπως ορίζεται από την εθνική φορολογική νομοθεσία.

Δεύτερον, όσον αφορά τους λόγους ακυρώσεως που αντλούνται από την έλλειψη πλεονεκτήματος, το Δικαστήριο εξέτασε καταρχάς αν, για τη διαπίστωση πλεονεκτήματος, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αναλύσει τη φορολογική απόφαση με βάση την αρχή των ίσων αποστάσεων, όπως περιγράφεται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ειδικότερα, ότι, όσον αφορά τα φορολογικά μέτρα, η ίδια η ύπαρξη ενός πλεονεκτήματος μπορεί να αποδειχθεί μόνο σε σχέση με την «κανονική» φορολογία και ότι, για να καθοριστεί αν υφίσταται φορολογικό πλεονέκτημα, η θέση του δικαιούχου ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του επίμαχου μέτρου πρέπει να συγκριθεί με τη θέση του ελλείψει αυτού και υπό τους συνήθεις φορολογικούς κανόνες.
Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι η τιμολόγηση των ενδοομιλικών συναλλαγών δεν προσδιορίζεται από τις συνθήκες της αγοράς. Αναφέρει ότι, όταν η εθνική φορολογική νομοθεσία δεν κάνει διάκριση μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων και αυτόνομων επιχειρήσεων για σκοπούς εταιρικού φόρου, η νομοθεσία αυτή σκοπεί στη φορολόγηση του κέρδους που προκύπτει από την οικονομική δραστηριότητα μίας τέτοιας συνδεδεμένης επιχείρησης, σαν να είχε προκύψει από συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν σε τιμές αγοράς.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, κατά την εξέταση, δυνάμει της εξουσίας που απονέμεται από το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ενός φορολογικού μέτρου που χορηγείται σε μια τέτοια συνδεδεμένη επιχείρηση, η Επιτροπή μπορεί να συγκρίνει το φορολογικό βάρος μιας τέτοιας συνδεδεμένης επιχείρησης που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του φορολογικού μέτρου με τη φορολογική επιβάρυνση που απορρέει από την εφαρμογή των συνήθων φορολογικών κανόνων του εθνικού δικαίου μιας επιχειρήσεως που βρίσκεται σε παρόμοια πραγματική κατάσταση και διεξάγει τις δραστηριότητές της υπό συνθήκες αγοράς.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αρχή των ίσων αποστάσεων, όπως περιγράφεται από την Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση, είναι ένα μέσο που επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει ότι οι συναλλαγές εντός του ομίλου αμείβονται σαν να είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ ανεξάρτητων εταιρειών. Έτσι, υπό το πρίσμα του φορολογικού δικαίου του Λουξεμβούργου, το μέσο αυτό εμπίπτει στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής βάσει του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ. Επομένως, η Επιτροπή ήταν, εν προκειμένω, σε θέση να εξακριβώσει αν η τιμολόγηση των συναλλαγών εντός του ομίλου που ενέκρινε η επίδικη φορολογική ρύθμιση αντιστοιχεί σε τιμές που θα είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης υπό συνθήκες αγοράς.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι κάθε φορολογική ρύθμιση συνιστά κατ’ανάγκη κρατική ενίσχυση. Δεύτερον, όσον αφορά την απόδειξη της πραγματικής υπάρξεως πλεονεκτήματος, το Δικαστήριο εξέτασε αν ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μέθοδος υπολογισμού των αμοιβών της FFT, όπως επιβεβαιώθηκε με την επίδικη φορολογική απόφαση, δεν επέτρεπε την επίτευξη αμοιβής σύμφωνης με την αρχή των ίσων αποστάσεων και αν αυτό οδήγησε σε μείωση του φορολογητέου κέρδους της FFT.
Συναφώς, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε ότι οι ρυθμίσεις για την εφαρμογή της μεθόδου του καθαρού περιθωρίου κέρδους των συναλλαγών (TNMM), που επικυρώθηκε με την επίδικη φορολογική απόφαση, ήταν εσφαλμένες και, ειδικότερα, ότι το σύνολο του κεφαλαίου της FFT έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη και θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί ενιαίος συντελεστής. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θεώρησε επίσης ορθώς ότι η εν λόγω μέθοδος, η οποία συνίστατο, αφενός, στη χρησιμοποίηση υποθετικού ρυθμιστικού κεφαλαίου της FFT και, αφετέρου, στην εξαίρεση των συμμετοχών της FFT στη Fiat Finance North America (FFNA) και στη Fiat Finance Canada (FFC) από το ποσό του κεφαλαίου που πρέπει να αμείβεται, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτέλεσμα σύμφωνο με την αρχή των ίσων αποστάσεων.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μεθοδολογία που εγκρίθηκε με την επίδικη φορολογική ρύθμιση ελαχιστοποίησε την αμοιβή της FFT, βάσει της οποίας καθορίζεται η φορολογική οφειλή της. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη φορολογική ρύθμιση παρείχε πλεονέκτημα στην FFT, διότι είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της φορολογικής οφειλής της FFT σε σχέση με τον φόρο που θα έπρεπε να καταβάλει βάσει του φορολογικού δικαίου του Λουξεμβούργου.
Τρίτον, όσον αφορά τους λόγους που αφορούν την έλλειψη επιλεκτικότητας του πλεονεκτήματος που χορηγείται στον FTT, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι το πλεονέκτημα που παρέχεται στην FFT από την επίδικη φορολογική ρύθμιση ήταν επιλεκτικό, καθώς οι όροι που συνδέονται με το τεκμήριο της επιλεκτικότητας πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι το επίμαχο μέτρο ήταν επιλεκτικό βάσει της τριπλής ανάλυσης της επιλεκτικότητας, ανεξαρτήτως του πλαισίου αναφοράς που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, είτε πρόκειται για το γενικό σύστημα εταιρικής φορολογίας είτε για το άρθρο 164 του φορολογικού κώδικα.

Τέταρτον, το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της FFT, κατά τους οποίους η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάκτηση των επίδικων ενισχύσεων δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου ούτε προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας.
T-760/15 Ολλανδία κατά Επιτροπής και T-636/16 Starbucks και Starbucks Manufacturing Emea κατά Επιτροπής.
Το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής αναφορικά με το μέτρο ενίσχυσης που εφαρμόσθηκε από την Ολλανδία υπέρ των Starbucks, θεωρώντας ότι η Επιτροπή δεν κατάφερε να αποδείξει την ύπαρξη ενός πλεονεκτήματος υπέρ της εταιρείας Starbucks. Το 2008 οι Ολλανδικές φορολογικές αρχές συνήψαν μια συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης (advance pricing arrangement – APA) με την εταιρεία Starbucks Manufacturing EMEA BV (SMBV), μέλος του ομίλου των Starbucks, που, μεταξύ άλλων, καβουρδίζει καφέδες.

Ο στόχος της συμφωνίας αυτής ήταν να καθορίσει την αποζημίωση της SMBV για τις εργασίες παραγωγής και διανομής εντός του ομίλου. Ακολούθως, η αποζημίωση της SMBV βοηθούσε στον ετήσιο καθορισμό του φορολογητέου κέρδους επί τη βάση του Ολλανδικού εταιρικού φόρου εισοδήματος. Επιπρόσθετα, η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης προσδιόριζε και το ποσό των δικαιωμάτων που καταβάλλονταν από την SMBV προς την Alki, μια έτερη οντότητα του ίδιου ομίλου, για τη χρήση της πνευματικής ιδιοκτησίας των Starbucks για το καβούρντισμα. Ειδικότερα, η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης προέβλεπε ότι το ποσό των δικαιωμάτων που έπρεπε να καταβάλλεται προς την Alki αντιστοιχούσε στο υπολειμματικό κέρδος της SMBV . Το ποσό καθοριζόταν αφαιρώντας την ανταμοιβή της SMBV , το οποίο υπολογίζονταν σύμφωνα με τη συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης, από το λειτουργικό κέρδος της SMBV.

Το 2015, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης συνιστούσε ενίσχυση ασύμβατη προς την ενιαία αγορά και διέταξε την ανάκτηση αυτής. Η Ολλανδία και τα Starbucks προσέφυγαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής αμφισβητώντας τη διαπίστωση ότι η συμφωνία χορηγούσε ένα επιλεκτικό πλεονέκτημα στην SMBV.
Πιο συγκεκριμένα, επικρίνουν την Επιτροπή αφενός για τη χρησιμοποίηση ενός εσφαλμένου συστήματος αναφοράς για την εξέταση της επιλεξιμότητας της συμφωνίας προκαθορισμένης τιμολόγησης και αφετέρου για την εσφαλμένη εξέταση του εάν υπήρχε ένα πλεονέκτημα σε σχέση με κάποιο στοιχείο της αρχής των ίσων αποστάσεων στο ευρωπαϊκό δίκαιο, παραβιάζοντας ως εκ τούτου τη φορολογική αυτονομία των κρατών – μελών. Περαιτέρω επικρίνουν την Επιτροπή για την εσφαλμένη θεώρηση της επιλογής της συναλλακτικής μεθόδου του καθαρού περιθωρίου κέρδους (transactional net margin method – TNMM) για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης της SMBV ως πλεονεκτήματος, καθώς και για την εσφαλμένη θεώρηση των λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής, όπως επικυρώθηκαν στην συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης, κρίνοντας ότι απονέμουν ένα πλεονέκτημα στην SMBV.

Το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο εξέτασε αρχικά εάν, για την εξεύρεση ενός πλεονεκτήματος, η Επιτροπή είχε δικαίωμα να αναλύσει την υπό κρίση φορολογική συμφωνία υπό το πρίσμα της αρχής των ίσων αποστάσεων, όπως αυτή περιγράφεται από την Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ιδίως ότι σε περίπτωση φορολογικών μέτρων, η ίδια η ύπαρξη ενός πλεονεκτήματος μπορεί να θεμελιωθεί μόνο εάν συγκριθεί με τη «φυσιολογική» φορολόγηση και ότι, προκειμένου να καθορισθεί εάν υπάρχει ένα φορολογικό πλεονέκτημα, η θέση του αποδέκτη ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του υπό κρίση μέτρου πρέπει να συγκριθεί με τη θέση αυτού σε περίπτωση απουσίας του συγκεκριμένου μέτρου και υπό φυσιολογικούς κανόνες φορολόγησης.

Το Δικαστήριο συνεχίζει σημειώνοντας ότι η τιμολόγηση των ενδοομιλικών συναλλαγών δεν καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους της αγοράς. Επισημαίνει ότι στις περιπτώσεις που το εθνικό φορολογικό δίκαιο δε διακρίνει μεταξύ ολοκληρωμένων επιχειρήσεων και μεμονωμένων/ατομικών επιχειρήσεων για τους σκοπούς της υποχρέωσής τους αναφορικά με το φόρο εισοδήματος εταιριών, ο νόμος αποσκοπεί να φορολογήσει το κέρδος που προκύπτει από την οικονομική δραστηριότητα μιας τέτοιας ολοκληρωμένης επιχείρησης ως εάν είχε προκύψει από συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με τιμές της αγοράς. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, σε αυτές τις συνθήκες, όταν εξετάζει, σύμφωνα με την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 107(1) ΣΛΕΕ, ένα φορολογικό μέτρο που χορηγείται σε μια τέτοια ολοκληρωμένη επιχείρηση, η Επιτροπή μπορεί να συγκρίνει τη φορολογική επιβάρυνση μιας τέτοιας επιχείρησης, η οποία απορρέει από την εφαρμογή αυτού του φορολογικού μέτρου με τη φορολογική επιβάρυνση που απορρέει από την εφαρμογή των φυσιολογικών κανόνων φορολόγησης του εθνικού δικαίου μιας επιχείρησης η οποία βρίσκεται σε συγκρίσιμη κατάσταση, διεξάγοντας τις δραστηριότητές της σύμφωνα με τους όρους της αγοράς.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αρχή των ίσων αποστάσεων, όπως αυτή περιγράφεται από την Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί ένα εργαλείο που του επιτρέπει να ελέγχει ότι οι ενδοομιλικές συναλλαγές τιμολογούνται ως εάν είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων εταιρειών. Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα του ολλανδικού φορολογικού δικαίου, το εργαλείο αυτό εντάσσεται εντός του πλαισίου άσκησης των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή ήταν, συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, σε θέση να εξακριβώσει εάν η τιμολόγηση των ενδοομιλικών συναλλαγών που γίνεται αποδεκτή με βάση τη συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης, ανταποκρίνεται στις τιμές που θα είχαν συμφωνηθεί υπό τους όρους της αγοράς.
Το Δικαστήριο απορρίπτει κατά συνέπεια, τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή έσφαλε κατά τον καθορισμό της αρχής των ίσων αποστάσεων ως κριτήριο για την εκτίμηση της ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης.
Δεύτερον, το Δικαστήριο έλεγξε το βάσιμο των διαφορετικών επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταδείξει ότι μέσω της υιοθέτησης μιας μεθόδου καθορισμού της τιμής των συναλλαγών, η οποία δεν οδηγούσε σε ένα αποτέλεσμα σύμφωνα με την αρχή των ίσων αποστάσεων, η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης χορηγούσε ένα πλεονέκτημα στην SMBV.

Το Δικαστήριο ξεκίνησε εξετάζοντας τη διαφορά αναφορικά με την αρχική επιχειρηματολογία της Επιτροπής. Σημειώνει ότι, στο πλαίσιο της αρχικής της επιχειρηματολογίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης εσφαλμένα υιοθέτησε τη χρήση της συναλλακτικής μεθόδου του καθαρού περιθωρίου κέρδους (transactional net margin method – TNMM). Η Επιτροπή επεσήμανε αρχικά ότι η έκθεση ενδοομιλικής τιμολόγησης, επί τη βάσει της οποίας συνήφθη η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης, δεν περιελάμβανε μια ανάλυση των δικαιωμάτων που η SMBV κατέβαλε στην Alki ή της τιμής των κόκκων καφέ που αγόραζε η SMBV από την SCTC, μια άλλη οντότητα του ομίλου. Ακολούθως, κατά την εξέταση των δικαιωμάτων υπό το πρίσμα της αρχής των ίσων αποστάσεων, η Επιτροπή εφάρμοσε τη μέθοδο της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής (comparable uncontrolled price method – CUP). Ως αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης, η Επιτροπή θεώρησε ότι το ποσό των δικαιωμάτων έπρεπε να είναι μηδενικό. Τέλος, η Επιτροπή θεώρησε, επί τη βάσει των οικονομικών στοιχείων της SCTC, ότι η SMBV πλήρωσε υπερβολικό ποσό για τους κόκκους καφέ κατά την περίοδο μεταξύ 2011 και 2014.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η απλή μη συμμόρφωση με τις μεθοδολογικές απαιτήσεις δεν οδηγεί απαραίτητα σε μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδείξει ότι τα μεθοδολογικά λάθη που εντοπίστηκαν στη συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης δεν επέτρεπαν μια αξιόπιστη προσέγγιση για την επίτευξη ενός αποτελέσματος με βάση την αρχή των ίσων αποστάσεων, καθώς και ότι οδήγησαν σε μια μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Όσον αφορά στο λάθος που εντοπίσθηκε από την Επιτροπή σχετικά με την επιλογή της συναλλακτικής μεθόδου του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής (transactional net margin method – TNMM) και όχι της μεθόδου της συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής (comparable uncontrolled price method – CUP), το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν επικαλέσθηκε κανένα στοιχείο για να υποστηρίξει το συμπέρασμα ότι αυτή η επιλογή οδήγησε απαραιτήτως σε ένα τόσο χαμηλό αποτέλεσμα, χωρίς τη διενέργεια μιας σύγκρισης σε σχέση με το αποτέλεσμα που θα είχε επιτευχθεί σε περίπτωση χρησιμοποίησης της μεθόδου CUP. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εσφαλμένα διαπίστωσε ότι η απλή επιλογή της μεθόδου ΤΝΜΜ στην παρούσα υπόθεση χορηγούσε ένα πλεονέκτημα στην SMBV.

Ομοίως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η απλή διαπίστωση της Επιτροπής ότι η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης δεν ανέλυε τα δικαιώματα, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι αυτά τα δικαιώματα δεν ήταν στην πραγματικότητα σύμφωνα με την αρχή των ίσων αποστάσεων. Όσον αφορά στο ποσό των δικαιωμάτων που καταβάλλονταν από την SMBV προς την Alki, σύμφωνα με μια ανάλυση των λειτουργιών της SMBV σε σχέση με τα δικαιώματα, καθώς και μια ανάλυση συγκρίσιμων συμφωνιών που ελήφθησαν υπόψιν από την Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή απέτυχε να αποδείξει ότι το επίπεδο των δικαιωμάτων έπρεπε να είναι μηδενικό ή ότι αυτό κατέληγε σε ένα πλεονέκτημα σύμφωνα με τους ορισμούς της Συνθήκης.
Αναφορικά με την τιμή των πράσινων κόκκων καφέ, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η τιμή αυτών των κόκκων ήταν ένα στοιχείο των εξόδων της SMBV , το οποίο βρισκόταν εκτός του πλαισίου της συμφωνίας προκαθορισμένης τιμολόγησης και ότι σε κάθε περίπτωση, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν επαρκούσαν για την απόδειξη της ύπαρξης ενός πλεονεκτήματος στο πλαίσιο του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο επισημαίνει, ιδίως, ότι η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να βασιστεί σε ζητήματα μεταγενέστερα της σύναψης της συμφωνίας προκαθορισμένης τιμολόγησης.

Το Δικαστήριο εξέτασε ακολούθως τη διαφορά υπό το πρίσμα της δευτερογενούς επιχειρηματολογίας της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης χορηγούσε θεωρητικά ένα πλεονέκτημα στην SMBV , διότι οι κανόνες για την εφαρμογή της μεθόδου ΤΝΜΜ, όπως υιοθετήθηκαν με τη συμφωνία, ήταν εσφαλμένοι.
Διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα ποικίλα λάθη που εντόπισε στους λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της μεθόδου ΤΝΜΜ χορηγούσαν ένα πλεονέκτημα στην SMBV , σχετικά με το εάν αναφορικά με την επικύρωση από τη συμφωνία προκαθορισμένης τιμολόγησης της ταυτοποίησης της SMBV ως της ελεγχόμενης οντότητας για το σκοπό της εφαρμογής της μεθόδου ΤΝΜΜ, η επιλογή του δείκτη κέρδους ή η διόρθωση του κεφαλαίου κίνησης και ο αποκλεισμός των εξόδων της ανεξάρτητης εταιρείας παραγωγής.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Επιτροπή δεν κατάφερε να αποδείξει την ύπαρξη ενός οικονομικού πλεονεκτήματος εντός του πλαισίου του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

Με αφορμή τις δύο παραπάνω υποθέσεις, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με σχετική δήλωση της Επιτρόπου Margrethe Vestager.

Η Επίτροπος Margrethe Vestager δήλωσε τα εξής: «Όλες οι εταιρείες, μεγάλες και μικρές, θα πρέπει να πληρώνουν ένα δίκαιο μερίδιο φόρου. Εάν τα κράτη μέλη παρέχουν σε ορισμένες πολυεθνικές εταιρείες φορολογικά πλεονεκτήματα που δεν είναι διαθέσιμα στους ανταγωνιστές τους, αυτό βλάπτει τον δίκαιο ανταγωνισμό στην ΕΕ. Αποστερεί το δημόσιο ταμείο και τους φορολογούμενους της ΕΕ από τα αναγκαία κεφάλαια για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, την οικοδόμηση υποδομών, την επένδυση στην καινοτομία.
Οι σημερινές κρίσεις δίνουν σημαντική καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ στον τομέα της φορολογίας. Ταυτόχρονα, κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της και συνεπάγεται σύνθετα νομικά ζητήματα. Θα μελετήσουμε τις κρίσεις προσεκτικά πριν αποφασίσουμε για πιθανά επόμενα βήματα.
Οι αποφάσεις επιβεβαιώνουν ότι, μολονότι τα κράτη μέλη έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για να καθορίσουν τη νομοθεσία τους σχετικά με την άμεση φορολογία, πρέπει να το πράξουν σε συμμόρφωση με το δίκαιο της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε επίσης την προσέγγιση της Επιτροπής για να εκτιμήσει κατά πόσον ένα μέτρο είναι επιλεκτικό και εάν οι συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του ομίλου δημιουργούν πλεονέκτημα βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις βάσει της λεγόμενης «αρχής του πλήρους ανταγωνισμού» ή «αρχής των ίσων αποστάσεων».

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να εξετάζει τα επιθετικά μέτρα φορολογικού σχεδιασμού βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσο οδηγούν σε παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Ταυτόχρονα, ο απώτερος στόχος να καταβάλλουν όλες οι εταιρείες ένα δίκαιο μερίδιο του φόρου μπορεί να επιτευχθεί μόνο με συνδυασμό προσπαθειών για νομοθετικές αλλαγές, επιβολή κανόνων κρατικών ενισχύσεων και αλλαγή εταιρικών φιλοσοφιών. Έχουμε σημειώσει μεγάλη πρόοδο ήδη σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και πρέπει να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε μαζί για να πετύχουμε.».

Επικοινωνία: Κατερίνα Σαββαΐδου, Επίκουρη Καθηγήτρια ΑΠΘ, Κάτοχος της Έδρας, ADIT
Βασιλική Αθανασάκη, Διδάκτωρ Δημοσίου και Φορολογικού Δικαίου, ADIT, Ερευνήτρια της Έδρας